Δεν υπάρχει έδαφος για νέα 5+1 - Χωριστές συναντήσεις με ΓΓ

Παρασκευή, 03 Σεπτεμβρίου 2021
    

Για το μίνιμουμ πάνε στη Νέα Υόρκη όλοι οι ενδιαφερόμενοι στο Κυπριακό, που είναι η πραγματοποίηση χωριστών συναντήσεων με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η κάθε πλευρά θα παρουσιάσει τις δικές της απόψεις (που φαίνεται λίγο να έχουν διαφοροποιηθεί) και θα αποχωρήσουν. 

Ο Ερσίν Τατάρ παραδέχθηκε (πηγή ΓΤΠ) πως δεν υπάρχει κοινό έδαφος για μια νέα συνάντηση 5+1, όπως συνέβη στη Γενεύη τον περασμένο Απρίλη. Αυτό βεβαίως είχε διαφανεί από καιρό, αν και τα Ηνωμένα Έθνη άφηναν ανοικτό το ενδεχόμενο σε περίπτωση που οι επαφές στη Νέα Υόρκη προσέφεραν αυτή τη δυνατότητα. 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Επικίνδυνη ατζέντα από Βρετανούς - Τι έγινε στο Εθνικό

 

Ωστόσο, η μη πραγματοποίηση επίσκεψης από την Τζέιν Χολ Λουτ και όλες οι άλλες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο είχαν μια αρνητική επίδραση σ’ αυτή την προοπτική. Παραμένει πάντως ανοικτό –αν και με ελάχιστες πιθανότητες– το ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί μια κοινή συνάντηση Αναστασιάδη-Τατάρ μαζί με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή η συνάντηση θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα των όσων θα συζητήσει ο Αντόνιο Γκουτέρες στη Νέα Υόρκη το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου. 

Τόσο ο Πρόεδρος Αναστασιάδης όσο και Ερσίν Τατάρ θα πάνε στην Νέα Υόρκη έτοιμοι να παρουσιάσουν –λίγο ή πολύ– τα όσα υποστηρίζουν έως τώρα. Κάτι που σημαίνει πως δεν μπορεί να αναμένεται ότι με αυτά τα δεδομένα υπόψη του ο ΓΓ ΟΗΕ θα συγκαλέσει τριμερή συνάντηση. 

Ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων δεν δείχνει καμιά διάθεση μετακίνησης από τα όσα είχε προτάξει και στη Γενεύη. Απαιτώντας την αναγνώριση κυριαρχικής ισότητας προκειμένου να επαναρχίσουν οι συνομιλίες. Και ενόσω δεν ικανοποιείται αυτή η απαίτηση της τουρκικής πλευράς είναι αναμενόμενο πως δεν θα υπάρξει το κοινό έδαφος που ζήτησε και ο ΓΓ ΟΗΕ προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία. 

Στις δηλώσεις του ο Ερσίν Τατάρ επανάλαβε τον ισχυρισμό ότι η ομοσπονδία ανήκει στο παρελθόν και δεν κατέστη δυνατό να επιτύχει, υποστηρίζοντας ότι «η νοοτροπία των Ελληνοκυπρίων είναι η μετατροπή της Κύπρου σε ελληνικό νησί και η ένωσή της με την Ελλάδα». Δεν πρόκειται, είπε, να σταματήσουν να αντιστέκονται σε αυτό τον στόχο. Πρόσθεσε ότι όλος ο κόσμος, τα Ηνωμένα Έθνη, η Βρετανία και οι Αμερικανοί γνωρίζουν τι συνέβη στην Κύπρο κατά τη δεκαετία του 1960 παρά την ύπαρξη της Συνθήκης Εγγυήσεων και ότι «δολοφονούνταν οι Τ/κ στο νησί». 

Επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι δεν άλλαξε η νοοτροπία των Ελληνοκυπρίων παρά τα χρόνια που πέρασαν, ο Ε. Τατάρ ανέφερε ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό ένα βήμα που θα οδηγεί τους Τουρκοκύπριους στην περίοδο πριν από το 1974 και το 1960.

Χαρακτηρίζοντας σημαντική την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων, είπε ότι αυτή η ασφάλεια επιτεύχθηκε με την παρουσία του τουρκικού στρατού στο νησί υπό τις εγγυήσεις της Τουρκίας και ότι ο τουρκικός στρατός «βρίσκεται εδώ για την ειρήνη».

Επανέλαβε τη θέση του για μια συμφωνία που θα αφορά δύο κυρίαρχα ίσα κράτη που θα ζουν πλάι-πλάι, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατή μια συμφωνία που θα αποκόψει τους δεσμούς με την Τουρκία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ και πρόσθεσε ότι «μόνο ως μια μεγάλη παγίδα και κόλπο θα μπορούσε να αξιολογηθεί η αποχώρηση του τουρκικού στρατού από το νησί», σημειώνοντας ότι δεν πρόκειται να παίξουν αυτό το παιχνίδι.

 Το εφικτό στην Κύπρο είναι «η συνεργασία δύο χωριστών κρατών που ζουν πλάι-πλάι», πρόσθεσε. «Δεν μας δεσμεύει το να έρχεται ένας Αμερικανός και να μιλά έτσι. Εδώ υπάρχουν δύο χωριστοί λαοί, Τούρκοι και Έλληνες. Από εδώ και μπρος δεν είναι δυνατόν να ζήσουν μαζί αυτοί οι δύο λαοί». Οι Τ/κ διαθέτουν το δικό τους «κράτος», τη δική τους «δημοκρατία» σήμερα, πρόσθεσε.

Σε μήνυμά του για την 1η Σεπτεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης, ο Τατάρ ανέφερε ότι η ε/κ πλευρά, «η οποία θεωρεί τον εαυτό της ως τον μοναδικό ιδιοκτήτη της Κύπρου και τον τουρκοκυπριακό λαό ως μειονότητα, παρ’ όλες τις εκκλήσεις μας για συμφωνία, συνεχίζει τις εξοπλιστικές της δραστηριότητες και τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με κάποιες χώρες και κλιμακώνει την ένταση. Αυτή η στάση της ελληνοκυπριακής διοίκησης είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη».

Φοβού ημέτερους και… Βρετανούς

Οι ανησυχίες των κομμάτων σε σχέση με το Κυπριακό κινούνται προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μια υπάρχουν οι φόβοι για τη διαχείριση του Κυπριακού από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, με κύριο εκφραστή αυτών των ανησυχιών το ΑΚΕΛ. Από την άλλη είναι η ευρύτερη ανησυχία που υπάρχει σε σχέση με τους Βρετανούς. 

Ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ ζήτησε χθες όπως κατά το επικείμενο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη θα πρέπει ο ΠτΔ να συνοδευτεί με το ξεκάθαρο μήνυμα πως «η ε/κ πλευρά είναι αποφασισμένη να μπει σε ένα διάλογο για την επίλυση του Κυπριακού, εντός των παραμέτρων των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, που δεν είναι άλλη από την παράμετρο και το πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής λύσης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας».

Θα πρέπει, πρόσθεσε, να δείξουμε πολιτική ευελιξία, «σταματώντας επιτέλους μια νοοτροπία που κτίστηκε εδώ και δεκαετίες, να αναθεματίζουμε το κάθε τι, πριν ακόμα ξεκινήσει» και ευχήθηκε όπως «μετατρέψουμε την άρνηση σε θετικότητα». Κληθείς να σχολιάσει την πρόταση/απάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Τ/κ ηγέτη, ο κ. Νεοφύτου είπε πως ήταν ξεκάθαρος και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως ξεκάθαρη ήταν η ανακοίνωση του κυβερνητικού Εκπροσώπου «στην προκλητική ενέργεια και ρητορική του κ. Τατάρ».

Το ΑΚΕΛ αυτό που βλέπει είναι πως «ο κ. Αναστασιάδης επιμένει τελικά στην πρόταση του για επιστροφή στο Σύνταγμα του 60, πρόταση που είναι καταφανώς εκτός των Συμφωνιών Υψηλού Επιπέδου και των Ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Είναι ο πρώτος και μόνος Πρόεδρος της Κύπρου που αποτόλμησε να αμφισβητήσει τη βάση λύσης του Κυπριακού». 

Σύμφωνα με το ΑΚΕΛ, κανένας δεν μπορεί να προσποιείται ότι δεν βλέπει πού οδηγούνται τα πράγματα. Όσο ο κ. Αναστασιάδης αλλάζει και ξαναλλάζει θέσεις στο Κυπριακό, τόσο θα εμπεδώνονται οι διχοτομικές αξιώσεις της Τουρκίας και τόσο θα βρίσκουν έδαφος οι επικίνδυνες ιδέες από διάφορες άλλες κατευθύνσεις.

Για να ανακοπεί η πορεία προς την οριστική διχοτόμηση της Κύπρου, ο κ. Αναστασιάδης οφείλει να αλλάξει ρότα εδώ και τώρα».

Αυτό που φοβίζει το ΔΗΚΟ είναι «η ανάπτυξη επικίνδυνων μεθοδεύσεων στο Κυπριακό, μέσω πρωτοβουλιών τρίτων οι οποίοι προφανώς στοχεύουν στην επικράτηση νέων όρων και επιμόλυνση της βάσης λύσης». Σύμφωνα με το ΔΗΚΟ «ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν οι πληροφορίες που φέρουν αυτούς τους τρίτους να επηρεάζουν σθεναρά τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών με τις ιδέες τους να κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος». Για την αντιμετώπιση αυτών των μεθοδεύσεων, υποδεικνύει το ΔΗΚΟ, απαιτείται συγκροτημένη πολιτική και προτρέπει τον ΠτΔ «να αποφεύγει αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις και προτάσεις άνευ περιεχομένου που εκ του αποτελέσματος δίνουν ευκαιρία σε εκείνους που θέλουν να αλλάξουν τη βάση των διαπραγματεύσεων σε συνομοσπονδία δύο κρατών, να το πράττουν επικαλούμενοι τις δηλώσεις του».

Ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Μαρίνος Σιζόπουλος, ανέφερε πως από την ενημέρωση που είχαν στο Προεδρικό, διαφάνηκε ότι από την πλευρά των Βρετανών υπάρχει συστηματική προσπάθεια στο προσκήνιο και το παρασκήνιο, σε συνδυασμό –όπως θεωρεί– με την τουρκική πλευρά, για προώθηση στη δική μας πλευρά της πρότασης της Τουρκίας για την κυριαρχική ισότητα.

 Γι’ αυτό οι Βρετανοί έχουν κάνει διάφορες επαφές για τη νέα πρόταση που θέλουν να καταθέσουν, πρόσθεσε, πως στο πλαίσιο λύσης του Κυπριακού, οι δύο κοινότητες «θα μπορούν να έχουν εσωτερικά κυριαρχική ισότητα». Ο κ. Σιζόπουλος είπε ότι η αναγνώριση κυριαρχίας για το κατοχικό καθεστώς, πέραν από τη νομιμοποίησή του, συνιστά αποδοχή λύσης δύο κρατών, αυτό που η Τουρκία επεδίωκε από το 1960.

Ο πρόεδρος των Οικολόγων, Χαράλαμπος Θεοπέμπτου δήλωσε πως «οι αναφορές του Προέδρου για επαναφορά στο Σύνταγμα του 60’ δεν έπρεπε να γίνουν, έχουν πολλές ελλείψεις και έχουν δημιουργήσει συζητήσεις που δεν έπρεπε να γίνονται. Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί», κατέληξε, «μας προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς μας βρίσκει σε ένα μεγάλο αδιέξοδο όσον αφορά την επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό».

 

Βιβλιοθήκη

Διαβάστε βρείτε χρήσιμα άρθρα που θα σας βοηθήσουν να κατανοήσετε καλύτερα όρους και έννοιες που συχνά αναφέρονται από τα ΜΜΕ και τους ειδικούς κατά την ανάλυση θεμάτων γεωστρατηγικής και εξωτερικής πολιτικής.

Διαβάστε Περισσότερα